Ο χορός είναι μορφή καλλιτεχνικής και αθλητικής έκφρασης η οποία γενικά αναφέρεται στην δυνατότητα έκφρασης συναισθημάτων κλπ. Μέσω της κίνησης του σώματος, συνήθως ρυθμική και σύμφωνη με τη μουσική. Είναι ένας τρόπος επικοινωνίας μέσω του σώματος
Η ελληνική λέξη είναι αβέβαιης προέλευσης, γιατί η αρχική έννοια είναι άγνωστη.
Ίσως είναι από τη ρίζα ΠΙΕ *gher- (1) "να πιάνω, να περικλείω,να γυρίζω σχηματίζοντας κύκλο", ή *gher- (2) "να αρέσω,να χαρώ", αν η αρχική σημασία ήταν «να χαίρεσαι».
.webp) |
| είδη χορών |
Είδη χορών Αρχαίοι χοροί
Πυρρίχιος
Ο πυρρίχιος είναι ο αρχαιότερος ελληνικός πολεμικός χορός. Οι χορευτές χόρευαν κρατώντας ασπίδα και δόρυ και φορώντας περικεφαλαία.
Όψιμες γραπτές πηγές συνδέουν ετυμολογικά τον πυρρίχιο με τον Πύρρο, την πυρά ή κάποιον Πύρριχο, Λάκωνα ή Κρητικό. Εμπνευστές του θεωρούνται οι Κουρήτες, η Αθηνά, οι Διόσκουροι ή οι Αμαζόνες. Άλλοι ένοπλοι χοροί της αρχαιότητας ήταν ο Καλαβρισμός στη Θράκη και την Καρία (Μ. Ασία), ο Τελεσίας στη Μακεδονία και η Καρπαία στη Θεσσαλία. Τον 6ο αιώνα π.Χ., ο πυρρίχιος εισήχθη από τη Σπάρτη στην Αθήνα ως αγώνισμα των Μεγάλων και Μικρών Παναθηναίων, πιθανόν και των εν Άστει Διονυσίων.
Κόρδακας
Ο Κόρδακας είναι ένας Αρχαίος Ελληνικός προκλητικός, άσεμνος χορός, της αρχαίας κωμωδίας.
Είναι χιουμοριστικός ως χυδαίος. Ο Αθήναιος τον βάζει μαζί με την υπορχηματική όρχηση, προσθέτοντας ότι και οι δύο είναι "παιγνιώδεις" (ΙΔ' 630Ε, 28), ενώ λέει: "Ο μεν κόρδαξ παρ' Έλλησι φορτικός", δηλαδή "Ο κόρδακας είναι στους Έλληνες, χυδαίος"..
Συρτός
Ο συρτός είναι ένας παραδοσιακός ελληνικός χορός που η προέλευσή του τον ανάγει στην αρχαία Ελλάδα. Το όνομα του χορού προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη "σύρω" (τον χορό).
Ο χορός μνημονεύεται στην Επιγραφή του Επαμεινώνδα (στα μέσα του 1ου αι. μ.Χ.), που βρέθηκε στη Βοιωτία και αναφέρει: "Τὰς δὲ πατρίους πομπὰς μεγάλας καὶ τὴν τῶν συρτῶν πάτριον ὄρχησιν θεοσεβῶς ἐπετέλεσεν", δηλαδή "με θεοσέβεια τέλεσε τις μεγάλες εθνικές πομπές και την εθνική όρχηση του συρτού".
Ο Συρτός χορεύεται σήμερα σε όλη την Ελλάδα και είναι διαδεδομένος σε πολλές χώρες.
Από που πήραν το όνομά τους οι παραδοσιακοί χοροί
Τσάμικος
Ο Τσάμικος είναι παραδοσιακός ελληνικός χορός. Χορεύεται σε κύκλο με ρυθμό 3/4. Παλιότερα ο τσάμικος χορευόταν μόνο από άνδρες, αλλά στη σύγχρονη εποχή παίρνουν μέρος και γυναίκες.
Η ετυμολογία της λέξης προέρχεται από τη λέξη τσάμης, που σημαίνει "ψηλός", και αναφέρεται μεταφορικά στο λεβέντικο ανάστημα που κατά παράδοση διαθέτουν οι χορευτές, αφού "τσάμι" λέγεται το έλατο ή πεύκο σε ορισμένες περιοχές. Ονομάζεται επίσης και Κλέφτικος, καθώς χορεύονταν από τους Κλέφτες την εποχή της.
Μπορεί να είναι όμως μια παραφθορά του ονόματος ενός ποταμού στην Ήπειρο του Θύαμι όπου ίσως ξεκίνησε να χορεύεται ο Τσάμικος.
Πεντοζάλι
Ο Πεντοζάλης, είναι κρητικός χορός που χορεύεται από άνδρες και γυναίκες με μέτρο τα 2/4. Συνοδεύεται από πλήθος μελωδιών, τις γνωστές «κοντυλιές».
Το 1842 ο Μ. Χουρμούζης Βυζάντιος, αναφέρει το Σιγανό και τον Πηδηχτό, τον οποίο Πηδηχτό ανάλογα με το βηματισμό του τον διαχωρίζει σε “Τριοζάλη” και “Πεντοζάλη”.[4]
Στο βιβλίο “Απομνημονεύματα εθελοντού της Κρητικής Επαναστάσεως κατά τα έτη 1866-67-68 υπό Π. Γρύπου”, Αθήνα 1884, διαβάζουμε: “…ούτω δ’ αφ’ ού εκορέσθημεν ποτού και φαγητού αρχίσαμεν να άδωμεν και να χορεύωμεν τον Τσάμικον, ενώ και εκ των νέων Κρητικών τινές συνόδευσαν ημάς διά της Κρητικής των λύρας άδοντες και χορεύοντες τον λεγόμενον Πενταζάλη όπερ είναι ο ωραίος Κρητικός χορός, μάλιστα δε όταν ο πρωταγωνιστής είναι καλός χορευτής..”
Ζωναράδικος
Ο Ζωναράδικος είναι παραδοσιακός χορός από τη Θράκη. Οφείλει την ονομασία του στη λαβή που χρησιμοποιούν οι χορευτές γιατί πιάνονται από τα ζωνάρια τους.Η μουσική του χορού είναι εξάσιμη. Οι άνδρες πιάνονται στην αρχή ακολουθώντας ο ένας τον άλλον και έπονται οι γυναίκες
Από που πήραν το όνομά τους οι λαϊκοί χοροί
Ζεϊμπέκικο
Το ζεϊμπέκικο (ή ζεϊμπέκικος) είναι ελληνικός λαϊκός χορός. Το όνομά του οφείλεται στον πληθυσμό των Ζεϊμπέκων. Αναφέρεται ότι διαδόθηκε στα ελλαδικά αστικά κέντρα στα τέλη του 19ου αιώνα. Ωστόσο, η εμφάνισή του ανάγεται στα τέλη του 17ου αιώνα σε αστικά κέντρα όπως η Κωνσταντινούπολη και η Σμύρνη. Ο Εβλιγιά Τσελεμπή αναφέρει ότι χορευόταν στη Μαγνησία και το Αϊδίνιο σε τοπικές γιορτές.
Όντας αρχικά αντικριστός χορός δύο ατόμων που έφεραν οπλισμό, εξελίχθηκε σε «μονήρη αυτοσχεδιαστικό ανδρικό χορό»
Ο χορός αντλεί την καταγωγή του από το τάγμα των Ζεϊμπέκων.
Οι Ζεϊμπέκοι ως ιδιαίτερη μειονότητα του πληθυσμού της Προύσας, του Αϊδινίου και της Ερυθραίας της Μικράς Ασίας, επονομαζόμενοι και «ιππότες των όρεων», ήσαν υπό διωγμό εξαιτίας της παραβατικής συμπεριφοράς τους. Η ετυμολογία του τουρκικού "Zeybek" δεν είναι σαφής. Σύμφωνα με το λεξικό του Nisayan, είναι είτε τουρκικής είτε αραβικής καταγωγής. Μερικές πηγές ισχυρίζονται ότι προέρχεται από τη λέξη sübek, όπου sü σημαίνει "στρατός, στρατιώτες" και bek σημαίνει "άρχοντας (bey)" στα παλιά τούρκικα. Σύμφωνα με τον Onur Akdogu, προέρχεται από τη λέξη saybek που σήμαινε "δυνατός φύλακας" στα παλιά τούρκικα.
Διεθνείς χοροί
ΛΑΤΙΝ ΧΟΡΟΙ
Τάνγκο
Το τανγκό ή τάνγκο, από τα Ισπανικά, είναι είδος μουσικής (σε ρυθμό 2/4 ή 4/4) και αντίστοιχου χορού. Το Τανγκό γεννήθηκε, ήκμασε και ακμάζει ακόμη στην περιοχή του Ρίο δε λα Πλάτα, δηλαδή στην Αργεντινή και την Ουρουγουάη, αλλά και διαδόθηκε σχεδόν σε όλον τον κόσμο.
Η Ισπανική λέξη tango πιθανόν έχει σχέση με τη λέξη ακουμπάω στα ισπανικά ή από την γλωσσική οικογένεια Niger-Congo της Δυτικής Αφρικής και είναι συγγενής με την λέξη tamgu (χορός/χορεύω) της γλώσσας Ibibio αυτής της οικογένειας.
ΜΑΜΠΟ
Το Μάμπο είναι λάτιν χορός κουβανέζικης προέλευσης και αντιστοιχεί στη μουσική μάμπο. Είναι ρυθμικά παρόμοιο με το αργό μπολερό, αν και έχει ένα πιο σύνθετο σχέδιο βημάτων.
Ετυμολογικά από την αμερικανική ισπανική mambo, που λέγεται από τον Webster ότι προέρχεται από την κρεολική λέξη της Αϊτής για "ιέρεια βουντού".
ΡΟΥΜΠΑ
Η Ρούμπα είναι ένας αστικός χορός που έγινε διεθνώς γνωστός από τις αρχές του 20ου αιώνα. Φέρεται να είναι επηρεασμένος από αφρικάνικούς χορούς και να σχετίζεται με το είδος της αφρό-κουβανικής μουσικής.
"La Rumba" ήταν το όνομα μιας δημοφιλής μελωδίας ταγκό από το 1913), από την κουβανέζικη ισπανική ρούμπα, αρχικά "ξεφάντωμα, γαϊτανάκι", που προήλθε από το ισπανικό ρούμπο "ξεφάντωμα, πάρτι", παλαιότερα "επιδείξεις, πομπή, ηγεσία", ίσως αρχικά " η πορεία ενός πλοίου», από το rombo «rhombus», σε σχέση με την πυξίδα, η οποία σημειώνεται με έναν ρόμβο. Το ρήμα καταγράφεται από το 1932.
ΣΑΜΠΑ
Η σάμπα (πορτογαλικά: Samba) είναι μουσικοχορευτικό είδος και πολιτισμικό χαρακτηριστικό της Βραζιλίας. Αποτελεί ένα από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του βραζιλιάνικου πολιτισμού, και είναι ιδιαίτερα γνωστή για τον ζωηρό ρυθμό της και την ερωτική της χορευτική έκφραση.
Η ετυμολογία της λέξης δεν είναι γνωστή, και έχουν γίνει διάφορες εκτιμήσεις για την προέλευσή της:στην πορτογαλική γλώσσα το ρήμα σαμπάρ (sambar) σημαίνει το να εργάζεται κάποιος με το ξύλο, ενώ το ουσιαστικό σαμπούκο (sambúco) είναι ονομασία παλαιού μουσικού οργάνου, άρπας ή λάουτου.
Σε 2 από τις αφρικανικές γλώσσες της οικογενείας Μπαντού το σέμπα σημαίνει χορός, ενώ σε άλλες γλώσσες της ίδιας οικογενείας έχει διάφορες άλλες τελείως διαφορετικές έννοιες, όπως πείνα ή ύφασμαΣΑΛΣΑ
Ο χορός σάλσα είναι ένας λάτιν χορός που δημιουργήθηκε από τους ισπανόφωνους της καραϊβικής και από τους ισπανόφωνους μετανάστες στις ΗΠΑ.
Ο χορός Σάλσα χορεύεται κυρίως σε ζευγάρια, αν και υπάρχουν και σόλο φόρμες, και η Ρουέδα που χορεύεται σε κύκλο όπου τα ζευγάρια ανταλλάσσουν τους παρτενέρ τους.
Από το 1975 ως είδος χορευτικής μουσικής ,δάνειο από τα ισπανικά, κυριολεκτικά «σάλτσα», από το χυδαίο λατινικό *salsa «μπαχαρικό»
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΙ ΧΟΡΟΙ
Φλαμένγκο
Το φλαμένκο (ισπ. Flamenco) είναι ένας ισπανικός χορός που αφορά ένα είδος μουσικής και χορού, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά κατά τον 19ο αιώνα.
Η ίδια η προέλευση του όρου φλαμένκο, συνεπώς και της ιστορίας του, έχει πολλαπλές ερμηνείες. Για παράδειγμα, στην ισπανική γλώσσα, ο όρος αυτός χρησιμοποιούνταν και για τους προερχόμενους από τη Φλάνδρα, κάτι που μπορεί να υποδηλώνει ότι το φλαμένκο έφτασε στην Ισπανία από Φλαµανδούς µετανάστες επί βασιλείας Καρόλου Ε'. Επίσης, ορισμένες εκδοχές δέχονται ως προέλευσή του τη Βόρεια Αφρική, ενώ άλλοι παρατηρούν επιρροές ακόμα κι από τη Βυζαντινή και Ινδική θρησκευτική µουσική.
Ετυμολογία της λέξης
Από τους "fellah-mengu"
Σύμφωνα με τον Blas Infante, ο όρος "flamenco" προκύπτει από την ισπανοαραβική έκφραση "fellah-mengu", που σημαίνει "χωρικός χωρίς γη". Η συγκεκριμένη θεωρία δεν αποδεικνύεται ιστορικά ή μουσικολογικά, αλλά είναι περισσότερο μια πολιτικοιδεολογική υπόθεση. Παρ' ολ' αυτά, κι ο Padre García Barrioso επίσης υποστήριξε ότι η λέξη "flamenco" προέρχεται από τη μαροκινή έκφραση "fellah-mangu" που σημαίνει "το τραγούδι των χωρικών".
Από τη Φλαμανδία
Σύμφωνα με τον Felipe Pedrell, το flamenco έγινε γνωστό στην Ισπανία στην εποχή του Καρόλου του 5ου. Κάποιοι προσθέτουν ότι στους χορούς που οργανώνονταν για να υποδεχτούν το βασιλιά, ο λαός φώναζε "¡Báilale el flamenco!", εννοώντας να χορέψουν όλοι για το Φλαμανδό βασιλιά. Την υπόθεση αυτή αντικρούει το γεγονός ότι η μουσική και ο χορός διαδόδηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα, πολύ αργότερα από το γεγονός αυτό.
Από τους τσιγγάνους, γνωστοί και ως Flamencos
Το 1881, ο Demófilo, στο πρώτο του δοκίμιο σχετικά με το Flamenco, υποστηρίζει ότι η λέξη "flamenco" οφείλει την ονομασία της στους πρώτους εκφραστές, τους τσιγγάνους, οι οποίοι ονομάζονται και flamencos. Μάλιστα, ο George Borrow σαράντα χρόνια πριν αναφέρει στο βιβλίο του "Los Zíncali: Los Gitanos De España" τους τσιγγάνους ως Flamencos, ενισχύοντας τη θεωρία του Demófilo. Ο λόγος που οι τσιγγάνοι ονομάζονται Flamencos, ενδεχομένως να προκύπτει από τη λέξη "flama", υπονοώντας το φλογερό ταμπεραμέντο των τσιγγάνων ή επειδή χόρευαν δίπλα σε μια αναμμένη φωτιά.
Τουίστ
Χόρευε τουίστ, χόρευε τρελά. Χόρευε τουίστ κι όλα θα παν’ καλά. Χόρευε τουίστ και να μη σταθείς, αν δεν αισθανθείς πως θα ξεβιδωθείς», τραγουδούσε η Αλίκη Βουγιουκάκη στην ταινία «Χτυποκάρδια στο θρανία». Α
Ετυμολογικά η λέξη Τουίστ σημαίνει στριφογυρίζω , τυλίγω
Βαλς
Το βαλς είναι δυτικός χορός για ζευγάρια σε ρυθμό 3/4. Χορεύεται ανά δύο σε γοργό ρυθμό περιστροφών και σταθερό βηματισμό. Το βαλς, και ειδικά η κλειστή του θέση, αποτέλεσε αφορμή για τη δημιουργία πολλών άλλων χορών.
βαλς < (άμεσο δάνειο) γαλλική valse < γερμανική Walzer < walzen < μέση άνω γερμανική walzan (γυρίζω) < πρωτογερμανική *walt- (γυρίζω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wel- (γυρίζω)
Μπαλέτο
Το μπαλέτο είναι είδος χορού, με καταγωγή από την Ιταλία του 15ου αιώνα, το οποίο αργότερα εξελίχθηκε στη σκηνική του μορφή, κυρίως στη Γαλλία και τη Ρωσία.
Η λέξη balletto προέρχεται από τη ιταλική γλώσσα, στην οποία είναι υποκοριστικό της λέξης ballo (εξ ου και μπάλος στα ελληνικά), που σημαίνει χορός, και που με τη σειρά της ανάγεται στη λατινική λέξη ballo ή ballare, που σημαίνει χορεύω. Η λατινική αποτελεί παραφθορά του ελληνικού ρήματος βαλλίζω, που έχει ταυτόσημη σημασία
0 Σχόλια