Ticker

12/recent/ticker-posts

Από πού πήραν το όνομά τους οι Αρχαίοι λαοί


ΕΛΛΗΝΕΣ

Η ετυμολογία της λέξεως Έλλην προκαλεί μέχρι σήμερα συζητήσεις. Η επικρατέστερη άποψη είναι ότι προέρχεται από τους Σελλούς, μέρος των οποίων μετανάστευσε στη Φθία και που το όνομά τους άλλαξε σε Σελλάνες και στη συνέχεια Ελλάνες-Έλληνες. Εντούτοις η ετυμολογία αυτή συνδέει το όνομα Έλληνες με τους Δωριείς που κατέλαβαν την Ήπειρο και η σχέση με το όνομα Γραικοί, που δόθηκε από τους Ρωμαίους παραμένει αβέβαιη. Το όνομα Έλληνες φαίνεται να είναι αρχαιότερο και πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες με την ίδρυση της Μεγάλης Αμφικτυονίας. Αυτή ήταν αρχαία ομοσπονδία Ελληνικών φυλών από δώδεκα φυλές για να προστατεύει τους μεγάλους ναούς του Απόλλωνα στους Δελφούς και της Δήμητρας κοντά στις Θερμοπύλες. Σύμφωνα με το μύθο ιδρύθηκε μετά τον Τρωικό Πόλεμο από τον Αμφικτύονα, αδελφό του Έλληνα.

ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟΣ

Άλλες απόψεις σχετίζουν το όνομα Έλλην με το θέμα ελλ- που σημαίνει ορεινός ή με τη λέξη ἔλλοψ που σημαίνει άφωνος, άφθογγος. Ήδη τον 7ο π.Χ. αιώνα είχε επικρατήσει η ονομασία Πανέλληνες και από εκεί αποσπάστηκε και γενικεύτηκε η ονομασία Έλληνες, εξ ου και ο τονισμός, Έλλην αντί Ελλήν. Αργότερα, με την εξάπλωση του Χριστιανισμού, ο όρος Έλλην σήμαινε τον ειδωλολάτρη ή τον μη χριστιανό, ενώ οι κάτοικοι της Ελλάδας λέγονταν Ελλαδίτες. Όταν ο Χριστιανισμός έπαψε να απειλείται από τις παγανιστικές θρησκείες, ο όρος Έλλην άρχισε να χρησιμοποιείται δειλά δηλώνοντας την καταγωγή ενώ μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους, η ονομασία επανήλθε ως επίσημη. Το επίσημο όνομα της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι Hellas.

ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Μακεδνοί ήταν δωρική φυλή. Το όνομα πιθανότατα προέρχεται από το επίθετο μακεδνός, που σημαίνει «ψηλός», το οποίο χρησιμοποιεί ο Όμηρος για να περιγράψει μία ψηλή λεύκα. Το ίδιο επίθετο ο λεξικογράφος Ησύχιος της Αλεξάνδρειας καταγράφει ως δωρική λέξη που σημαίνει «μεγάλος» ή «ουράνιος».

ΘΡΑΚΕΣ

Οι Θράκες ήταν ένας ινδοευρωπαϊκός λαός, που κατοικούσε στη νοτιοανατολική Ευρώπη, σε μια περιοχή που χονδρικά ταυτίζεται με τη σημερινή Βουλγαρία και την ιστορική περιοχή της Θράκης, από το όρος Παγγαίο αλλά και σε συγκεκριμένα νησιά του Αιγαίου όπως την Θάσο, την Τένεδο και μέχρι ορισμένες περιοχές στο νησί της Λήμνου καθώς και σε περιοχές της σημερινής Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας και Σερβίας. Συνόρευαν με τους Σκύθες και τους (Δάκες) στο βορά, τους Παίονες και τους Ιλλυριούς στη δύση, τους Μακεδόνες στο νότο και τη Μαύρη Θάλασσα στην ανατολή. Μιλούσαν τη Θρακική γλώσσα, μία γλώσσα της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας. Για τη θρακική γλώσσα έχουμε ελάχιστα γραπτά μνημεία και η γνώση μας περιορίζεται σε κύρια ονόματα Θρακών, τοπωνύμια, και ελάχιστες λέξεις που μας διασώζουν Έλληνες και Ρωμαίοι συγγραφείς στα κείμενά τους. Η μελέτη των Θρακών και του Θρακικού πολιτισμού είναι γνωστή ως Θρακολογία.

Οι Θράκες αναφέρονται για πρώτη φορά στην Ιλιάδα του Ομήρου, ως σύμμαχοι της Τροίας

Αγν΄ώστου ετυμολογίας πιθανώς σημιτικής προέλευσης

ΑΙΓΥΠΤΙΟΙ

Πήραν το όνομά τους από την  φράση Amarna Hikuptah, που αντιστοιχεί στον αιγυπτιακό Ha(t)-ka-ptah "ναός της ψυχής του Ptah", του δημιουργικού θεού που  συνδέεται με τη  Μέμφις, την αρχαία πόλη της Αιγύπτου.

Το αιγυπτιακό όνομα, Kemet, σημαίνει "μαύρη χώρα", πιθανώς σε σχέση με το πλούσιο έδαφος του δέλτα. Το αραβικό είναι Misr, το οποίο προέρχεται από το Mizraim, το όνομα ενός γιου του Βιβλικού Χαμ.

ΠΕΡΣΕΣ

Οι Πέρσες είναι λαός ινδοευρωπαϊκής καταγωγής, που έφτασαν από την Κεντρική Ασία στο σημερινό Ιράν περίπου το 1.500 π.Χ. Ξεκινώντας γύρω στο 550 π.Χ. από την επαρχία της Φαρς, οι Πέρσες διέδωσαν τη γλώσσα και τον πολιτισμό τους από τη Μικρά Ασία έως τα Ιμαλάια, ενσωματώνοντας και άλλες τοπικές εθνοτικές ομάδες. Η Περσική αυτοκρατορία γνώρισε μετά το 330 π.Χ. διαδοχικές κατακτήσεις και συνέχισε να υπάρχει με διαφορετικές μορφές περίπου έως το 650 οπότε κατακτήθηκε από τους μουσουλμάνους. Σήμερα οι Πέρσες κατοικούν στο Ιράν και τις γύρω χώρες.

Οι Πέρσες έχουν ιστορικά μεγάλη συνεισφορά στις τέχνες και τις επιστήμες. Η περσική λογοτεχνία είναι μια από τις σημαντικότερες λογοτεχνίες του κόσμου.

Η πρώτη αναφορά στους Πέρσες προέρχεται από Ασσυριακή επιγραφή του 800 π.Χ. η οποία τους αναφέρει ως «Παρσού», γείτονες ενός άλλου Αρείου έθνους, των Μήδων. Για τους δύο επόμενους αιώνες οι Πέρσες και οι Μήδοι ήταν υποτελείς των Ασσυρίων, Βαβυλωνίων και Σκυθών (επίσης Άριοι).

Το δε όνομα της Χώρας των Περσών ως Περσία είναι η ιστορική ονομασία του σύγχρονου Ιράν. Η ονομασία αυτή επικράτησε στη Δύση λόγω των Ελλήνων, οι οποίοι γενίκευσαν την ονομασία της περιοχής Παρς (Παρσίς), Φαρς σήμερα, στο νότιο Ιράν, η οποία ήταν και το κέντρο της Περσικής Αυτοκρατορίας. Σημειωτέον ότι η Περσική γλώσσα λέγεται Φαρσί

.

ΑΡΑΒΕΣ

Οι Άραβες ημινομαδικοί σημιτικοί λαοί της αραβικής χερσονήσου και του δυτικού τμήματος της υπόλοιπης Μέσης Ανατολής, στα σύνορα με άλλους πολιτισμούς. Στο μεγαλύτερο μέρος της 1ης χιλιετίας π.Χ. εμφανίζονται ως επιδρομείς με συνεχείς διαρροές ομάδων σε μόνιμη εγκατάσταση κατοικημένων περιοχών (δηλ. σε βασίλεια).

Η λέξη παράγεται από τον αραβικό όρο «Arab», το οποίο, όπως λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, πιθανώς να σήμαινε αρχικά «έρημος», αν ληφθεί υπόψη και το εβραϊκό «Arabah», δηλαδή «έρημη πεδιάδα». Λογικό, αν σκεφτεί κανείς το ανάγλυφο της Αραβίας.

Άραβας < ελληνιστική κοινή Ἄραψ < αραβική عرب (ʿarab) < ρίζα ع ر ب (ʿ-r-b)


ΑΣΣΥΡΙΟΙ

Λαός  της μεσοποταμίας

Ασσύριος < αρχαία ελληνική Ἀσσύριος < Ἀσσυρία < ακκαδική 𒀸𒋗𒁺𐎹 (Aššūrāyu) < 𒀸𒋩 (Aššur: η πρωτεύουσα του κράτους τους), πιθανώς από τον Ασσυριακό όρο  σαρ που σημαίνει  «πρίγκιπας

ΕΒΡΑΙΟΙ- ΙΟΥΔΑΙΟΙ--ΙΣΡΑΗΛ

Εβραίοι (εβραϊκά: עברים, μεταγραφή: ιβρί/χεβέρ, ελληνικά: περνάω πέρα) ή Ισραηλίτες ονομάζονται τα μέλη του εβραϊκού λαού, επίσης γνωστού ως Ιουδαϊκό έθνος ή γιοι του Ισραήλ, μιας εθνικοθρησκευτικής ομάδας που κατάγεται από τους Αρχαίους Ισραηλίτες και τα μέλη της οποίας ασκούν κατά παράδοση τον Ιουδαϊσμό.

Εβραίος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Ἑβραῖος < εβραϊκή עברי (ivrí). 
  • ο όρος δεν απαντάται σε κανένα ιστορικό κείμενο, παρά μόνο στην Αγία Γραφή
  • η προέλευση του ονόματος πιθανολογείται, από πολλούς μελετητές, από τον πατριάρχη Έβερ, δισέγγονο του Νώε και πρόγονο του Αβραάμ
Η λέξη «Εβραίος» προέρχεται από την εβραϊκή ρίζα «ibri», από το ρήμα «abaar» που σημαίνει «διαβαίνω, διασχίζω» και αναφέρεται στο πέρασμα του Ιορδάνη Ποταμού από τους Εβραίους κατά την Έξοδο από την Αίγυπτο προς στην Γη Χαναάν (άλλοι ισχυρίζονται ότι αφορά το πέρασμα από τον Ευφράτη, η τη μετανάστευση του Αβραάμ από τη Μεσοποταμία)

 Ο «Ιουδαίος» είναι  όρος είναι συνώνυμος του «Εβραίος» και του «Ισραηλίτης». Η ρίζα προέρχεται από το όνομα μιας εκ των πιο σημαντικών των 12 φυλών του Αρχαίου Ισραήλ, της Φυλής του Ιούδα, από τον Ιούδα, γιο του Ιακώβ – «Yehudha» στα εβραϊκά, σημαίνει «αινούμενος», αυτός που τον αινούν, που τον υμνούν, ο δοξασμένος.
Ο Ιακώβ, λέει η παράδοση, μετά από μια πάλη με έναν άγγελο που του είχε στείλει ο Θεός, άλλαξε το όνομά του, και ονόμασε τον εαυτό του «Ισραήλ», που σημαίνει «ο Θεός τον έκανε πιο δυνατό»

ΦΟΙΝΙΚΕΣ
Λαός σημιτικής καταγωγής της ανατολικής Μεσογείου που ζούσε στο σημερινό Λίβανο και τμήμα της Συρίας. Το θηλυκό, για τις γυναίκες από τη Φοινίκη, ήταν στην αρχαιότητα Φοίνισσαι.
ο Κάδμος ήταν σύμφωνα με την παράδοση Φοίνικας στην καταγωγή, δηλαδή προερχόταν από τον λαό των Φοινίκων
οι Φοίνικες είχαν σπουδαίο στόλο και ανέπτυξαν πολύ το θαλάσσιο εμπόριο στη Μεσόγειο
από τους Φοίνικες γνώρισαν οι Ελληνες και τα δέντρα που λέγονται φοίνικες ή φοινικιές
οι Φοίνικες προσέφεραν σημαντικά στοιχεία της γλώσσας τους στο ελληνικό αλφάβητο
οι Φοίνικες παρασκεύαζαν ένα μοναδικό πορφυρό χρώμα από τα κοχύλια τους και γι' αυτό όταν οι αρχαίοι έλεγαν "φοινικό" ή "φοινικικό" συχνά εννοούσαν το συγκεκριμένο βαθύ κόκκινο χρώμα και όχι το λαό


ΚΕΛΤΕΣ-ΓΑΛΑΤΕΣ

Οι Κέλτες είναι μια ομάδα Ινδοευρωπαϊκών λαών που ιστορικά εμφανίστηκε σε περιοχές της Ευρώπης και της Μικράς Ασίας. Ο εθνολογικός προσδιορισμός Κέλτες στηρίζεται επάνω στη χρήση των Κελτικών γλωσσών και σε άλλες πολιτισμικές ομοιότητες. Οι ομοιότητες αυτές όμως, δεν μας επιτρέπουν να μιλάμε για μία φυλή, έθνος ή εθνότητα, ούτε πολύ περισσότερο για κάποιο κελτικό κράτος με τη σύγχρονη έννοια του εθνικού κράτους. Οι ιστορικές Κελτικές ομάδες περιλάμβαναν πολυάριθμες φυλές, με πιο γνωστές τους Γαλάτες, τους Κελτίβηρες, τους Γαλάτες της Μικράς Ασίας, τους Βρετανούς και τους Γαέλους, που ήταν διηρημένοι σε διάφορα εθνολογικά παρακλάδια. Η σχέση μεταξύ εθνότητας, γλώσσας και πολιτισμού στον κελτικό κόσμο είναι ασαφής και αμφιλεγόμενη.

Ετυμολογικά προέρχεται από το λατινικό Celta, ενικό του Celtae, από τα ελληνικά Keltoi, η λέξη του Ηροδότου για τους Γαλάτες . 

Κέλτης < αρχαία ελληνική Κελτοί / Κέλται < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gal- (δυνατόςανθεκτικός)


ΓΟΤΘΟΙ

Οι Γότθοι (Γοτθικά: 𐌲𐌿𐍄𐌸𐌹𐌿𐌳𐌰, εκρωμαϊσμέναGutþiuda, Λατινικά: Gothi) ήταν γερμανικός λαός που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και στην εμφάνιση της μεσαιωνικής Ευρώπης.

Στο βιβλίο του Getica (περίπου 551) ο ιστορικός Ιορδάνης γράφει ότι οι Γότθοι προήλθαν από τη νότια Σκανδιναβία, αλλά η ακρίβεια αυτής της αφήγησης είναι ασαφής. Ένας λαός με το όνομα Γούτονες – πιθανώς πρώιμοι Γότθοι – τεκμηριώνεται ότι ζούσε κοντά στον κάτω Ποταμό Βιστούλα τον 1ο αιώνα, όπου συνδέονται με τον αρχαίο Πολιτισμό Βίλμπαρκ.Από το 2ο αιώνα ο πολιτισμός αυτός επεκτάθηκε προς τα νότια προς τη Μαύρη Θάλασσα, κάτι που έχει συνδεθεί με τη γοτθική μετανάστευση, και στα τέλη του 3ου αιώνα συνέβαλε στη διαμόρφωση του Πολιτισμού Τσερνιακόφ. Το αργότερο τον 4ο αιώνα διακρίθηκαν αρκετές γοτθικές ομάδες, μεταξύ των οποίων οι Θερβίγγοι και οι Γκρεουτούγκοι ήταν οι πιο ισχυρο

Ετυμολογικά προέρχεται  από το υστερολατινικό Gothus (πληθυντικός Gothi), από το ελληνικό Gothos (πληθυντικός Gothoi), από το γοτθικό *Gutos, το οποίο σώζεται στη γοτθική gutþiuda «Γοτθικοί άνθρωποι», το πρώτο στοιχείο συγγενικό με το παλαιοσκανδιναβικό gotar «άνδρες» (το δεύτερο σημαίνει «άνθρωποι, βλ. Ολλανδικά). 


ΑΛΑΝΟΙ

Oι Αλανοί ήταν μία συνομοσπονδία σαρματικών φυλών (δηλ. ιρανικής καταγωγής) της 1ης χιλιετίας μ.Χ., που μιλούσαν μία ανατολικοϊρανική γλώσσα που προήλθε από μία σκυθοσαρματική, και η οποία με τη σειρά της εξελίχθηκε στη σύγχρονη οσετική.

Είναι λαός προερχόμενος από την ευρύτερη περιοχή μεταξύ του βόρειου τμήματος του Ευξείνου Πόντου και των βορειοανατολικών παρυφών του Καυκάσου. Είναι αδύνατον να προσδιοριστεί επακριβώς η προέλευσή τους λόγω των συνεχών μετακινήσεών τους και του έντονα νομαδικού χαρακτήρα τους.

ΟΥΝΝΟΙ

Οι Ούννοι ήταν νομαδικός λαός που έζησε στην Κεντρική Ασία, τον Καύκασο και την Ανατολική Ευρώπη μεταξύ του 4ου και του 6ου αιώνα μ.Χ. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή παράδοση αναφέρθηκε για πρώτη φορά ότι ζούσαν ανατολικά του ποταμού Βόλγα σε μια περιοχή που εκείνη την εποχή ανήκε στη Σκυθία. Η άφιξη των Ούννων συνδέεται με τη μετανάστευση προς τα δυτικά ενός Ιρανικού λαού, των Αλανών

Ούννος < ίσως από την ουροαλταϊκή φυλή Χιουνγκ-νου (τουρκικά: Hiung-nu και Hun-yü στα κινέζικα γνωστοί ως Han και Hiong-nu

ΒΙΚΙΝΓΚΣ 

Οι Βίκινγκ ήταν Σκανδιναβοίπου από τα τέλη του 8ου ως τα τέλη του 11ου αιώνα έκαναν επιδρομές και εμπόριο από τις πατρίδες τους της Βόρειας Ευρώπης σε μεγάλες περιοχές της Ευρώπης και εξερευνήσεις προς τα δυτικά στην Ισλανδία, τη Γροιλανδία και τη Βίνλαντ Ο όρος επίσης επεκτείνεται συνήθως στις σύγχρονες γλώσσες για να συμπεριλάβει τις κοινότητες Σκανδιναβικής προέλευσης κατά τη γνωστή ως Εποχή των Βίκινγκ, 793-1066 μ.Χ. Αυτή η περίοδος της σκανδιναβικής στρατιωτικής, εμπορικής και δημογραφικής επέκτασης αποτελεί σημαντικό στοιχείο της πρώιμης μεσαιωνικής ιστορίας της Σκανδιναβίας, της Εσθονίας, των Βρετανικών Νησιών, της Γαλλίας, των Ρως του Κιέβου και της Σικελίας

Κατά μια ετυμολογία το víking προέρχεται από το θηλυκό vík, που σημαίνει "ποταμάκι, ορμίσκος, μικρός κόλπος".  Διάφορες θεωρίες έχουν προταθεί ότι η λέξη viking μπορεί να προέρχεται από το όνομα της παλιάς περιοχής της Νορβηγίας Víkin και σημαίνει "άτομο από το Víkin". Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία η λέξη αρχικά αναφερόταν σε άτομα από αυτήν την περιοχή και μόνο τους τελευταίους αιώνες έχει λάβει την ευρύτερη έννοια γενικά των Σκανδιναβών του πρώιμου Μεσαίωνα. Ωστόσο υπάρχουν μερικά σημαντικά προβλήματα με αυτή τη θεωρία. Οι άνθρωποι από την περιοχή του Βίκιν δεν ονομάζονταν «Βίκινγκ» σε χειρόγραφα της Αρχαίας Νορδικής, αλλά αναφέρονταν ως víkverir («κάτοικοι του Βικ»). Επιπλέον αυτή η εξήγηση θα μπορούσε να εξηγήσει μόνο το αρσενικό (víkingr) και όχι το θηλυκό (víking), που είναι σοβαρό πρόβλημα, επειδή το αρσενικό προέρχεται εύκολα από το θηλυκό, αλλά ελάχιστα το αντίστροφο

ΙΝΔΟΙ

Η ονομασία Ινδοί προέρχεται από το όνομα του ποταμού Ινδού, το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από την αρχαία περσική λέξη Χίντου, ή από τη σανσκριτική Σχίντου, η οποία σημαίνει «ποταμός» και αναφέρεται ιδιαίτερα στον Ινδό ποταμό και τον κατοικημένο κατώτερο ρου του. Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποίησαν τον όρο Ινδοί, αναφερόμενοι στους ανθρώπους από τον Ινδό ποταμό.

Το σύνταγμα της σύγχρονης Ινδίας αναγνωρίζει τη λέξη Μπαράτ ως επίσημη ονομασία της χώρας,[κάτι που χρησιμοποιείται και στην καθημερινότητα αρκετών γλωσσών στη χώρα. Η ονομασία Μπαράτ προέρχεται από τον μυθικό βασιλιά Μπαράτα της ινδικής μυθολογίας. Η λέξη Χιντουστάν, αρχικά περσική έκφραση με σημασία η χώρα των Ινδών, χρησιμοποιείται επίσης περιστασιακά ως συνώνυμο όλης της χώρας αλλά για την Ινδία και Πακιστάν.

ΚΙΝΕΖΟΙ

Οι Κινέζοι 中国人 -Zhōngguó rén - που μεταφράζεται άνθρωποι του κεντρικού βασιλείου, είναι ανατολική ασιατική εθνοτική ομάδα και έθνος

Πριν από την περίοδο της δυναστείας Χαν, οι αρχαίοι Κινέζοι λόγιοι χρησιμοποιούσαν στα κείμενά τους τον όρο Χουασιά, ήτοι οι "Μεγαλοπρεπείς Σια", προκειμένου να περιγράψουν την κυρίως Κίνα ως μια περιοχή θαυμαστής ευημερίας και πολιτισμού, ενώ οι απλοί Κινέζοι αναφέροντο ως "Χουά" ή "Σια" (μονοσύλλαβη λέξη η Σια). Οι παραπάνω όροι συνέβαλαν στην ανάπτυξη του όρου Χουαρέν (δηλ. "οι άνθρωποι Χουά"), ενός όρου που χρησιμοποιείται συχνά σήμερα από τους Κινέζους εκτός της χώρας για να προσδιορίσουν την εθνική τους ταυτότητα-προέλευση, καθώς και στην ανάπτυξη ενός φιλολογικού ονόματος για την Κίνα, του ονόματος Τζονγκχουά (δηλ. "οι κεντρικοί Χουά")


ΑΖΤΕΚΟΙ

Με τον όρο Αζτέκοι εννοούνται συγκεκριμένες φυλετικές ομάδες οι οποίες κατοικούσαν στο κεντρικό Μεξικό, και ιδίως όσοι μιλούσαν τη γλώσσα νάουατλ και κυριάρχησαν σε μεγάλα τμήματα της κεντρικής Αμερικής από τον 14ο μέχρι τον 16 αιώνα. Η λέξη aztecatl (πληθυντικός aztecah) σημαίνει, στα νάουατλ, «άνθρωποι από το Αζτλάν», έναν μυθολογικό τόπο-αφετηρία για τους ομιλούντες τη νάουατλ, και στη συνέχεια υιοθετήθηκε για να περιγράψει τη φυλή των Μεσίκα (Mexica), η οποία αποίκισε την κοιλάδα του Μεξικού και ίδρυσε τις ακμάζουσες πόλεις Τενοτστιτλάν (Tenochtitlan) και Τλατελόλκο (Tlatelolco). Συχνά ο όρος Αζτέκοι αναφέρεται αποκλειστικά στη φυλή των Μεσίκα της Τενοτστιτλάν, στη λίμνη Τεξκόκο (Texcoco), στην τοποθεσία της σημερινής Πόλης του Μεξικού (Ciudad de México) - λαός ο οποίος αυτό-αποκαλούνταν Mēxihcah Tenochcah ή Cōlhuah Mexihcah.

ΙΝΚΑΣ

Οι Ίνκας ήταν σπουδαίος προκολομβιανός πολιτισμός που άκμασε στη Νότια Αμερική και επίσης η μεγαλύτερη αυτοκρατορία της ηπείρου, η οποία έπεσε με την κατάκτηση του Νέου Κόσμου από τους Ισπανούς οι οποίοι τους κατέκτησαν με βίαιο τρόπο και αρχηγό τον Ισπανό κονκισταδόρο Φρανθίσκο Πιθάρο. Πρωτεύουσα ήταν το Κούσκο στο σημερινό Περού. Σε μια έκταση από τον Ισημερινό μέχρι τη Χιλή και την Αργεντινή, ζούσαν πάνω από 200 έθνη.

Τα σημαντικότερα ευρήματα βρίσκονται στους αρχαιολογικούς τόπους Κούσκο, Μάτσου Πίτσου, καθώς και στη λίμνη Τιτικάκα.

Η ονομασία Ίνκα προέρχεται από το έθνος Ίνκα και από την ονομασία του θεού Ήλιου (Ίντι). Αργότερα, το ίδιο όνομα το έδωσαν και στους λαούς που υποτάχθηκαν στους Ίνκας. Η αυτοκρατορία των Ίνκας αρχίζει περίπου από το 1430 και φτάνει μέχρι τον 16ο αιώνα, όταν καταλύεται από τον Ισπανό Φρανθίσκο Πιθάρρο.

Σύμφωνα με τη μυθολογία των Ίνκας, ο βασιλιάς των Ίνκας Μάνκο Κάπακ ίδρυσε την αυτοκρατορία και είχε τον τίτλο του Αγιάρ. Το ίδιο όνομα είχε και ο τελευταίος βασιλιάς των Ίνκας, Μάνκο Κάπακ ο Β΄ (1533- 1537). Το πρόσωπο του βασιλιά το θεωρούσαν ιερό, αφού με την ονομασία Ίνκα ονόμαζαν τον θρησκευτικό τους αρχηγό όπως είπαμε τον ήλιο. Ο Ίνκα εθεωρείτο γιος του Ήλιου και ήταν υποχρεωμένος να παντρευτεί τη μεγαλύτερη αδελφή (αν δεν είχε, τη μικρότερη) του για να εξασφαλίσει την καθαρότητα του βασιλικού γένους. Κάτι τέτοιο και ήταν επιτρεπτό αλλά και επιβαλλόταν από τη θρησκεία τους, που ήταν η λατρεία του Ήλιου



ΠΗΓΕΣ

WIKIPEDIA

WIKI-LEXICON

ETYMOLINE-ON LINE DICTIONARY

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια