Οι Θεοί των διαφόρων θρησκειών πήραν το όνομά τους από κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους πχ:Ο Ηλιος από το μεγαλύτερο αστέρι,ο Ελοχίμ των εβραίων το ίδιο όπως και ο Αλλάχ κτλ.
Με τον γενικό όρο Θεός (πληθ. θεοί, θεές) εννοείται η υπέρτατη οντότητα, το υπερφυσικό ον ή γενικότερα μία οντότητα με υπερφυσικές δυνατότητες. Στις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, ο Θεός φέρεται ως ο δημιουργός όλου του Κόσμου.
Στην αρχαιότητα, στην βοιωτική διάλεκτο, σύμφωνα με το λεξικό Liddell-Scott, η λέξη απαντούσε ως θιός ή σιός, στην Λακωνική σιός, στη Δωρική θεύς, στη μετάφραση των Εβδομήκοντα και στην Καινή Διαθήκη, ως Θεός.
θεός, ήδη μυκηναϊκή 𐀳𐀃 (te-o). Πολλές εκδοχές ετυμολόγησης. Δε συνδέεται με τη λατινική deus, ούτε με λέξεις παλιότερων υποθέσεων (όπως θόος ή θέω.
Πιθανολογείται αναγωγή σε θέμα που υπάρχει και στο τίθημι ως εξής: πρωτοελληνική *tʰehós < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή < *dʰéh₁s < *dʰeh₁- (κάνω, θέτω) + *-s
![]() |
| Ο ΘΕΟΣ ΗΛΙΟΣ |
Ας δούμε από πού πήραν το όνομά τους οι θεοί των διαφόρων θρησκειών
Ήλιος (αρχαία ελληνικά: Ἥλιος, Ἠέλιος στην Ομηρική διάλεκτο, αλλά και Αέλιος) είναι το όνομα του θεού και προσωποποίηση του ήλιου στην αρχαία Ελληνική θρησκεία και μυθολογία.
Ο Ήλιος εμφανίζεται σε πολλά έργα της Ελληνικής μυθολογίας, ποίησης και λογοτεχνίας, όπου παρουσιάζεται ως ο γιος του Υπερίονα και της Θείας, αδελφός της Σελήνης (θεά του φεγγαριού) και της Ηούς (θεά της αυγής).
Ο άνθρωπος λάτρεψε από τα πανάρχαια χρόνια τον Ήλιο ως τον υπέρτατο θεό όχι μόνον για τη θερμότητά του, αλλά κυρίως για το φως του. Όλοι οι αρχαίοι λαοί λάτρευαν τον φωτοδότη και ζωοδότη Ήλιο. Ήταν :
- ο Φοίβος-Φαέθων-Ήλιος για τους αρχαίους Έλληνες
- ο Ούτου των Σουμερίων,
- ο Σαμάς-Σαμψών των Ακκαδίων,
- ο Ελ των Φοινίκων και των Χαναναίων,
- ο Ελοχίμ των Εβραίων,
- ο Αλ Ιλάχ-Αλλάχ των Αράβων,
- ο Μολώχ των Αμμωνιτών,
- ο Χιμώχ των Μωαβιτών,
- ο Άμμων-Ρα των Αιγυπτίων,
- ο Μίθρα των Περσών, ο Σούρυα των Ινδών,
- ο Φοίβος-Φαέθων-Ήλιος για τους αρχαίους Έλληνες.
Η ελληνική λέξη ἥλιος (πρότερη μορφή ἡϝελιος) προέρχεται από την Πρωτοϊνδοευρωπαϊκή λέξη για τον ήλιο seh₂u-el ή *s(e)wol-, ή *sawel- και συγγενεύει με τη Λατινική sol, Σανσκριτική surya, και Παλαιοαγγλική swegl, Ουαλική haul.
Η λατρεία των 12 θεών του Ολύμπου
Aνώτατος θεός των αρχαίων Ελλήνων και κύριος των άλλων, από το PIE *dewos- «θεός» (πηγή επίσης του λατινικού deus «θεός», παλαιοπερσικό daiva- «δαίμων, κακός θεός», παλαιοεκκλησιαστικά σλαβονικά deivai , σανσκριτικά deva-), ή από τη ρίζα *dyeu- «να λάμπω»,
Οι Θεοί των Αρχαίων Περσών
ΜΙΘΡΑΣ
ΘΕΟΙ ΤΩΝ ΑΡΧΑΊΩΝ ΑΙΓΥΠΤΊΩΝ
Από που πήρε τ
Ο όρος μεσσίας αποτελεί ελληνική μεταφορά του εβραϊκού όρου μασιάχ (מָשִׁיחַ), που σημαίνει «χρισμένος», ενώ η πάγια ελληνική απόδοση του όρου είναι χριστός. Αρχικά σήμαινε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο χριόταν με λάδι κατά την ανάληψη ενός αξιώματος μεταξύ των αρχαίων Ισραηλιτών. Η διαδικασία να χριστει κάποιος αφορούσε τον Αρχιερέα, τον Βασιλιά και, μεταγενέστερα, τους προφήτες.
ΙΗΣΟΥΣ
Από που πήραν το όνομά τους οι Θεοί της Εβραϊκής θρησκείας
Το Τετραγράμματο είναι η λέξη με την οποία είναι γραμμένο το προσωπικό όνομα του Θεού στο εβραϊκό κείμενο της Αγίας Γραφής.
. Το Τετραγράμματο μεταγράφεται ως «Γιαχβέ» (ή Ιαβέ, αγγλ. Jahveh/Yahweh) ή «Ιεχωβά» (ή Ιεοβά, αγγλ. Jehovah/Yehowah).
Το Τετραγράμματο αποτελείται από τα σύμφωνα ΓΧΒΧ (γιοδ, χε, βαβ, χε) και η παραδοσιακή άποψη είναι ότι αντιστοιχεί σε τύπο του ρήματος χαβάχ (είμαι, γίνομαι, συμβαίνω), δηλαδή της παλαιότερης μορφής του ρήματος χαγιάχ, στο τρίτο ενικό πρόσωπο. Εντούτοις, υπάρχουν διαφωνίες περί του ποιος ακριβώς είναι αυτός ο ρηματικός τύπος. Μερικοί πιστεύουν ότι το Τετραγράμματο αντιστοιχεί στον τύπο χιφίλ μη τετελεσμένο, κάτι που θα σήμαινε ότι κυριολεκτικά το Τετραγράμματο σημαίνει «Αυτός κάνει να είναι/γίνεται». Κατά τους υποστηρικτές αυτής της εκδοχής, ο τύπος χιφίλ θα μπορούσε να αναφέρεται στον ρόλο του Θεού ως δημιουργού, ως αιτίας ύπαρξης των πάντων ή, σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία, ότι αυτός είναι που πραγματοποιεί τις υποσχέσεις του. Από τις αρχές του 20ού αιώνα επικράτησε η άποψη ότι το Τετραγράμματο αναπαριστά μάλλον τον ρηματικό τύπο καλ μη τετελεσμένο και σημαίνει ετυμολογικά: «Αυτός είναι/γίνεται» ή «Αυτός θα είναι/γίνει».
ΕΛΩΧΙΜ-ΕΛ
ένα όνομα του Θεού στη Βίβλο, πληθυντικός (της μεγαλοπρέπειας;) του Eloh «Θεός» (συγγενής με τη λέξη Αλλάχ), λέξη άγνωστης ετυμολογίας σύμφωνα με τους μελετητές.Ίσως όμως να έχει σχέση με τη λέξη ήλιος-aelios, μιας και ό ήλιος λατρεύονταν ως θεός από την αρχαιότητα στην περιοχή ,αλλά και σε όλο το κόσμο
ΑΔΩΝΑΪ
Το όνομα προέρχεται από το αρχαιοελληνικό Ἄδωνις, φοινικικής αρχής: adon «κύριος», πιθανόν αρχικά «κυβερνήτης» ή και δυνατός, από το a-d-n «κρίνω, κυβερνώ» ίσως λόγω δύναμης.
Στην αρχαιοελληνική μυθολογία, ο Άδωνις ήταν ένας πανέμορφος νέος που αγάπησε η Αφροδίτη· σύμβολο της αντρικής ομορφιάς, το όνομά του σήμερα συνώνυμο του εξαιρετικά ωραίου νέου.
Συγγενές όνομα το βιβλικό Ἀδωνίας, υἱὸς Ἀγγίθ (Βασιλειών Γ΄ 5). Το Ἀδωνίας, σύνθετο από το Adoni («ο Κύριός μου» Adonai) και Jah ή Yah < Yahweh «Γιαχβέ»/«Ιεχωβά»), «Κύριός μου είναι ο Γιαχβέ
Από που πήρε το όνομά του ο Θεός στην ΙΣΛΑΜΙΚΗ -ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ
Ας ξεκινήσουμε δίνοντας πρώτα πληροφορίες για τους όρους ισλάμ-μουσουλμάνος
και Μωάμεθ
ΙΣΛΑΜ
Το Ισλάμ σαν ετυμολογία σημαίνει υποταγή, υπακοή και ειρήνη. Ενώ σαν ορολογία είναι το όνομα της θρησκείας και του συνόλου των θείων εντολών που έχουν αναγνωριστεί στον άνθρωπο μέσω των προφητών του με σκοπό την ευτυχία του σε αυτήν και την μέλλουσα ζωή
Ισλάμ < (λόγιο δάνειο) γαλλική islam < αραβική إسلام (ʾislām, υποταγή-ακινησία) < أسلم (ʾaslama) < ρίζα س ل م (s-l-m) ,από το τελευταίο προκύπτει και η λέξη ειρήνη στα αραβικά αλ σαλάμ το οποίο δηλώνει μια κατάσταση χωρίς κίνηση.
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΣ
μουσουλμάνος < μεσαιωνική ελληνική μουσουλμάνος < περσική مسلمان (musalmân) < περσική مسلم (muslim) .Προσθέτοντας σε μια αραβική λέξε το πρόθεμα μου- ,προκύπτει ένα επίθετο .Έτσι και εδώ με τη προσθήκη του προθέματος μου- στη λέξη ισλάμ ,προκύπτει το επίθετο μουσουλμάνος .Δηλαδή αυτός που δηλώνει υποταγή,κάθεται ακίνητος μπροστα στο θεό.
ΜΩΑΜΕΘ
Μωάμεθ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Μωάμεθ < αραβική محمد (mu-ḥammad: ο προφήτης Μωάμεθ) < حمد (ḥammada: υμνώ, εγκωμιάζω) < ρίζα ح م د (ḥ-m-d).Είναι και αυτό ένα επίθετο όπως και το μουσουλμάνος ,οπότε θα το μεταφράζαμε ως ο υμνούμενος
ΑΛΛΑΧ
Με το αραβικό όνομα Αλλάχ (αραβ. الله , Allāh) οι μουσουλμάνοι κάθε εθνικότητας, αλλά και οι χριστιανοί αραβόφωνοι, αναφέρονται στον ένα και μοναδικό Θεό του κόσμου.
Η λέξη παράγεται από το αραβικό «αλ-ιλάχ», που σημαίνει «ο Θεός». Η ίδια λέξη εντοπίζεται και στα εβραϊκά και στα αραμαϊκά, καθώς και στην αρχαία αραβική γλώσσα των Σαβαίων. Στα αραμαϊκά allah ή και allaha σημαίνει θεός και η ρίζα της συναντάται και στα αραβικά με τη λέξη θεός να είναι Al-ilāh. Επίσης El, Elah και Eloah εμφανίζεται σε πρώιμα αραμαϊκά κείμενα, ενώ ως Allah αναφέρουν τον Θεό και οι προφήτες Έσδρα και Δανιήλ στην Παλαιά Διαθήκη. Η σημασία της ρίζας απ' όπου προέρχεται είναι αμφιλεγόμενη αλλά ίσως να έχει σχέση με τη λέξη ήλιος-αέλιος ,ο οποίος λατρεύονταν ως θεός πριν από την εμφάνιση της ισλαμικής θρησκείας
Από που πήρε το όνομά ο Θεός του Βουδισμού
λέξη Βούδας ή Μπούντχα (χ δασύ) στην αρχαία ινδική γλώσσα, που περιλαμβάνει τη διάλεκτο Πάλι (Pāli) και τη Σανσκριτική, σημαίνει ο «Αφυπνισμένος» ή «Φωτισμένος». Προέρχεται από τη ρίζα budh "να ξυπνήσει, να γνωρίζει, να αντιληφθεί", το οποίο σχετίζεται με το σανσκριτικό bodhati "είναι ξύπνιος, παρατηρεί, κατανοεί", από τη ρίζα της ΠIE *bheudh- "να γνωρίζω, να συνειδητοποιώ,Η λέξη Βούδας είναι συγγενής με την αρχαία ελληνική οίδα που σημαίνει γνωρίζω επίσης ,
Η λέξη βούδας, συνεπώς, δεν αφορά στον συγκεκριμένο θρησκευτικό δάσκαλο που έζησε στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά ένα τύπο ανθρώπου που έφθασε σε σημείο πνευματικής επίτευξης. Ο ιστορικός Σιντάρτα Γκαουτάμα είναι απλά ένας σε μια μεγάλη ακολουθία από Βούδες, η οποία κατευθύνεται είτε προς το άχρονο παρελθόν είτε στους μακρινούς ορίζοντες του μέλλοντος. Εντούτοις ξεχώρισε —και έγινε τελικά η ηγετική μορφή του Βουδισμού— καθώς δίδαξε και σε άλλους τον τρόπο για να ακολουθήσουν την πορεία του.[Μερικοί πιστεύουν ότι δεν ήταν παρά ένας άνθρωπος που βρήκε το μονοπάτι που τον οδήγησε τελικά στη φώτισή του και το δίδαξε στους μαθητές του. Άλλοι τον θεωρούν ως τον τελευταίο μιας σειράς από Βούδες που ήρθαν στον κόσμο για να κηρύξουν ή να αναβιώσουν την ντάρμα (στην παλική, Ντάμα), η οποία αποτελεί τη διδασκαλία ή την οδό του Βούδα. Κάποιοι άλλοι τον θεωρούν μποντισάτβα, έναν άνθρωπο που πέτυχε τη φώτιση αλλά ανέβαλε την είσοδό του στη Νιρβάνα για να βοηθήσει κι άλλους που αναζητούσαν τη φώτιση.
ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
https://www.etymonline.com/
https://www.wikipedia.org/
https://en.wiktionary.org/

0 Σχόλια