Τα νομίσματα συνήθως πήραν το όνομά τους από κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους ,όπως το χρώμα τους,το υλικό τους κτλ
Πριν την θέσπιση του χαρτονομίσματος κυκλοφορούσαν νομίσματα από πολύτιμα μέταλλα, όπως χρυσό και άργυρο, τα οποία είχαν σημαντική αξία. Ωστόσο, στις μέρες μας η χρήση των νομισμάτων περιορίζεται σε αγορές μικρής αξίας.
Για να αναγνωρίζεται ένα αντικείμενο ως νόμισμα πρέπει να πληροί τις εξής προδιαγραφές:
Έχει τυποποιημένη μορφή, βάρος και σύσταση
Είναι τυπωμένη πάνω σε αυτό η αρχή που το παράγει
Εκδίδεται σε μεγάλες ποσότητες και χρησιμοποιείται ευρέως στις συναλλαγές.
![]() |
| NOMISMATA |
Στις σύγχρονες κοινωνίες, το νόμισμα μαζί με τα χαρτονομίσματα αποτελεί την πιο συνηθισμένη μορφή χρήματος. Δεν πρέπει να συγχέεται με το μετάλλιο.
Ετυμολογία:νόμισμα < αρχαία ελληνική νόμισμα < νομίζω < νόμος < νέμειν <μοιράζω
Ας δούμε από που πήραν το όνομά τους τα πιο γνωστά νομίσματα στην ιστορία του κόσμου
ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
ΔΡΑΧΜΗ
Η δραχμή είναι νομισματική μονάδα, η οποία χρησιμοποιήθηκε από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο αλλά και από το σύγχρονο ελληνικό κράτος ως το 2002.
Η λέξη δραχμή προέρχεται από το ρήμα δράττω, που σημαίνει αρπάζω (> δράττομαι = πιάνω σφικτά). Στην αρχαιότητα, μία δραχμή ήταν ίση προς έξι οβολούς, νόμισμα το οποίο στην παλαιότερη μορφή του είχε σχήμα σιδερένιας ράβδου. Το πάχος του ήταν τόσο, ώστε η χούφτα ενός ανδρικού χεριού να μπορεί να πιάσει έξι από αυτούς. Έτσι εκ του δράττω (όσους οβολούς μπορούσε να αδράξει η παλάμη) προκύπτει η λέξη δραχμή.
ΣΤΑΤΗΡΑΣ
Ο στατήρας ήταν αρχαίο νόμισμα, γνωστό κυρίως ως το κύριο νόμισμα της βόρειας Ελλάδας και, συγκεκριμένα, της αρχαίας Μακεδονίας. Στατήρες όμως κόβονταν και κυκλοφορούσαν στην αρχαία Ελλάδα από τον 8ο αιώνα π.Χ. σε πολλές περιοχές της, με ευρύτερα γνωστούς τον αιγινητικό στατήρα, τον αττικό, τον ευβοϊκό, τον κορινθιακό και πολύ αργότερα (επειδή η Μακεδονία δεν είχε αρχικά ιδιαίτερα αναπτυγμένο εμπόριο) τον μακεδονικό. Στατήρες κυκλοφόρησαν στη συνέχεια και στην δυτική Ευρώπη από τους Κέλτες, όταν αυτοί μιμήθηκαν τον μακεδονικό στατήρα, τον οποίο γνώρισαν υπηρετώντας ως μισθοφόροι στο στρατό του Φίλιππου Β΄της Μακεδονίας. Στατήρας στην Ελλάδα ονομάζεται επίσης ένα είδος ζυγαριάς, το στατέρι (στην Κέρκυρα) ή σατέρι στη Φθιώτιδα ή καντάρι. Τέλος, ο στατήρας εκτός από νόμισμα ήταν και μονάδα βάρους ή μάζας. Τον περασμένο αιώνα στην Ελλάδα ένας στατήρας ή καντάρι αναλογούσε σε 44 οκάδες.
Η λέξη στατήρας (αρχαία ελληνικά: στατήρ, γεν. στατήρος) είναι ομόρριζη των λέξεων σταθμίζω και σταθμά και αποτελεί μετάφραση της φοινικικής λέξης σέκελ (schequel), που σήμαινε σταθμησμένο ή ζυγισμένο και σταθερό βάρος. Το σέκελ ήταν νόμισμα των λαών της Μέσης Ανατολής.
ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ
ΥΠΕΡΠΥΡΑ Η΄ΥΠΕΡΠΥΡΡΑ
Το «ὑπέρπυρον» ή πέρπυρον ήταν χρυσό βυζαντινό νόμισμα.
Ετυμολογικά η λέξη υποδηλώνει ότι είχε μεγαλύτερο ποσοστό ερυθρού από τα άλλα νομίσματα. Aυτή η τελευταία ονομασία, μετά τον 11ο αιώνα, ο νομισματολόγος Nικόλαος Σβορώνος θεωρεί ότι υποδηλώνει τα νομίσματα που καθαρίστηκαν με επανειλημμένες πυρακτώσεις. Tο ίδιο και ο ειδικός επί των βυζαντινών δημοσιο-οικονομικών Ανδρέας Ανδρεάδης. Προσθέτει, όμως, και την εκδοχή του Aδαμάντιου Kοραή, σύμφωνα με την οποία η λέξη «υπέρπυρρος» (με δυο «ρω») παράγεται «εκ του πυρρός, όπερ σημαίνει το καθαρόν χρώμα του χρυσίου».Υποδιαίρεση του υπέρπυρου ήταν τα κεράτια σε αντιστοιχία 1 υπέρπυρο = 24 κεράτια.
ΑΣΠΡΑ
Το άσπρο (δηλ. ασημένιο), από το λατινικό asper, ήταν ένα ύστερο Βυζαντινό όνομα για τα αργυρά ή με κράμα αργύρου νομίσματα.
Η λατινική λέξη asper αρχικά σήμαινε «τραχύ» και είχε την έννοια του «νεόκοπου», του «φρεσκοκομμένου» νομίσματος, που δεν είχε γίνει ακόμη ομαλό από τη μεγάλη χρήση και, ειδικά όταν αναφέρεται σε αργυρό νόμισμα, του «λευκού», κατά την Αυτοκρατορική περίοδο. Θα αποκτήσει τεχνική έννοια τον 12ο αιώνα, όταν οι Βυζαντινοί άρχισαν να αναφέρονται στo τραχύ εκ κράματος (billon) νόμισμα, το οποίο κόπηκε σε λευκή έκδοση, ως άσπρον. Επίσης το ίδιο όνομα εφαρμόστηκε μερικές φορές στο τραχύ εξ ηλέκτρου της εποχής.
Το όνομα επανεμφανίζεται τον 14ο έως τον 15ο αιώνα ως ένα γενικό όνομα για αργυρά νομίσματα, όπως του Βυζαντινού δουκατόπουλου ή του οθωμανικού ακτσέ.
ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ
ΕΥΡΩ
Το ευρώ (σύμβολο: €; κωδικός: EUR) είναι το επίσημο νόμισμα των 20 από τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Η ομάδα των χωρών της ΕΕ που έχουν υιοθετήσει το ευρώ ως νόμισμα τους είναι γνωστή ως Ευρωζώνη και περιλαμβάνει 343 εκατομμύρια πολίτες (έως το 2019).[9][10] Το ευρώ, το οποίο διαιρείται σε 100 σεντ, είναι το δεύτερο μεγαλύτερο και το δεύτερο πιο ανταλλάξιμο νόμισμα στην αγορά συναλλάγματος μετά το δολάριο των ΗΠΑ.
Η ονομασία ευρώ υιοθετήθηκε επίσημα στις 16 Δεκεμβρίου 1995 στη Μαδρίτη,και προέκυψε από τη λέξη Ευρώπη.
ΔΟΛΛΑΡΙΟ
Το δολάριο (αγγλικά dollar) είναι το νόμισμα των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Διαιρείται σε 100 σεντς (αγγλικά cents). Ο κωδικός ISO 4217 του δολαρίου ΗΠΑ είναι USD.Κυκλοφόρησε επίσημα για πρώτη φορά στις 2 Απριλίου 1792.
Η ονομασία του προέρχεται από το ισπανικό δολάριο (νόμισμα των οκτώ ρεαλιών, στα ισπανικά reales), το οποίο με την σειρά του είχε λάβει το όνομά του πιθανώς από το παλαιό γερμανικό νόμισμα Τάλερ (στα γερμανικά Thaler)
Το τάλερ ήταν από τον 17ο αιώνα. το λίγο πολύ τυποποιημένο νόμισμα της βόρειας Γερμανίας (σε αντίθεση με το νότιο gulden). Χρησιμοποίησε επίσης ως νομισματική μονάδα στη Δανία και τη Σουηδία (και αργότερα ήταν μονάδα της γερμανικής νομισματικής ένωσης του 1857-73 ίση με τρία μάρκα).
ΛΙΡΑ
Ιταλική νομισματική μονάδα, δεκαετία του 1610, από ιταλική λίρα, κυριολεκτικά "λίβρα", από το λατινικό libra "λίβρα (μονάδα βάρους),από την πρωτο-ιταλική *leitra- "λίρα." Ο De Vaan συγκρίνει την ελληνική λίτρα «όνομα ενός σικελικού νομίσματος», το οποίο «πιθανότατα δανείστηκε από μια ιταλική γλώσσα στο στάδιο που περιείχε [-thr-].
ΠΑΟΥΝΤ-ΑΓΓΛΙΚΗ ΛΙΡΑ
Από το πρωτο-γερμανικό *punda- "λίβρα" ως μέτρο βάρους (πηγή γοτθικού πονδίου, παλαιο-γερμανικό phunt, γερμανικό Pfund, μεσαίο ολλανδικό pont, παλαιοφρισικό και παλαιοσκανδιναβικό pund), ένα πρώιμο δανεισμό από το λατινικό pondo "pound, " αρχικά στο libra pondo "μια λίβρα κατά βάρος", από το pondo (επίρρ.) "κατά βάρος", αφαιρετικό του pondus "βάρος", από το στέλεχος του pendere "να κρεμάσει, να προκαλέσει κρεμάσμα, να ζυγίσει"
ΠΕΣΕΤΑ ΙΣΠΑΝΙΑΣ
Η πεσέτα ήταν το νόμισμα της Ισπανίας από το 1869 ως το 2002, οπότε αντικαταστάθηκε από το ευρώ. Μαζί με το φράγκο Γαλλίας ήταν επίσης το νόμισμα της Ανδόρρας. Ο κωδικός ISO 4217 ήταν ESP. Υποδιαιρούνταν σε 100 θέντιμος (céntimos).
Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το καταλανικό «peceta» που σημαίνει «κομματάκι», ως υποκοριστικό του «peça», που σημαίνει «κομμάτι».
ΡΕΑΛ-ΡΙΑΛΙΑ
Το ρεάλ (σημαίνει: "βασιλικό", πληθυντικός: reales-*Hreh-i- «πλούτος, αγαθά», πηγή επίσης του σανσκριτικού rayim, rayah «ιδιοκτησία, αγαθά», αβεστάν raii-i- «πλούτος».), παλαιότερα γνωστό στην Ελλάδα ως ρεάλι/ριάλι, ήταν μία νομισματική μονάδα στην Ισπανία για αρκετούς αιώνες μετά τα μέσα του 14ου αι. Υπέστη αρκετές αλλαγές στην αξία σε σχέση με άλλες μονάδες καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του, μέχρι να αντικατασταθεί από την πεσέτα το 1868. Η πιο κοινή αξία του ήταν το αργυρό νόμισμα των οκτώ ρεάλ ή ισπανικό δολάριο (Real de a 8) ή πέσο που χρησιμοποιήθηκε σε όλη την Ευρώπη, την Αμερική και την Ασία κατά τη διάρκεια της ακμής της Ισπανικής Αυτοκρατορίας.
ΦΡΑΓΚΟ
Φράγκο είναι η ονομασία διάφορων νομισματικών μονάδων, πιο σημαντικό εκ των οποίων ήταν το Γαλλικό φράγκο, το νόμισμα της Γαλλίας πριν από την υιοθέτηση του ευρώ το 1999 (με νόμο, από το 2002 de facto), και το Ελβετικό φράγκο, που είναι ακόμα ένα από τα κύρια νομίσματα παγκοσμίως, εξαιτίας κυρίως του ελβετικού τραπεζικού συστήματος. Ένα φράγκο συνήθως υποδιαιρείται σε 100 σαντίμ (centimes, ελλ. λεπτά). Το σύμβολο του γαλλικού φράγκου ήταν ένα F με μία επιπλέον γραμμή (₣).
φράγκο < (άμεσο δάνειο) ιταλική franco < γαλλική franc μέση γαλλική franc < παλαιά γαλλική franc < μεσαιωνική λατινική Francus < φραγκική *Frank < πρωτογερμανική *frankô (δόρυ, ακόντιο)
ΡΟΥΒΛΙ
Το ρούβλι (Ρωσικά рубль) είναι το νόμισμα της Ρωσίας, της Λευκορωσίας, Υπερδνειστερίας και των δύο δημοκρατιών, της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσσετίας. Στο παρελθόν υπήρξε της Σοβιετικής Ένωσης, Ρωσικής Σοβιετικής Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, Ουκρανίας, Τατζικιστάν, Λετονίας και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Ένα ρούβλι διαιρείται σε 100 Καπίκια (Ρωσικά копейки).
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΆ το ρούβλι < καθαρεύουσα ρούβλιον < ρωσική рубль (rublʹ) παραδοσιακά λέγεται ότι προέρχεται ίσως από το παλιό ρωσικό ρουμπί «ο τεμαχισμός», που ονομάζεται έτσι επειδή το αρχικό μεταλλικό νόμισμα της Ρωσίας (14 αι.) αποτελούνταν από ράβδους αργύρου, από τις οποίες αποκόπηκε η απαραίτητη ποσότητα (από τα πρωτοσλαβικά * rub-, από ρίζα PIE *reub-, *reup- "να αρπάξω;
Το δε καπίκι έχει σχέση με το copy-κόβω-διαιρώ.
ΓΙΕΝ
Το γιεν (ακριβέστερα:εν, ιαπωνικά: 円), yen) είναι το επίσημο νόμισμα της Ιαπωνίας. Χρησιμοποιείται επίσης ως αποθεματικό νόμισμα σε ευρεία κλίμακα, μαζί με το δολάριο ΗΠΑ και το ευρώ.
Στην ιαπωνική γλώσσα, το γιεν προφέρεται «εν», αλλά η απόδοσή του ως «yen» στο λατινικό αλφάβητο και ως «γιεν» στο ελληνικό είναι τυποποιημένη, λόγω της ιστορικής του απόδοσης κατ' αυτόν τον τρόπο για πρώτη φορά από τους Πορτογάλους. Το γιεν συγγενεύει ετυμολογικά με το κινεζικό γιουάν και το κορεατικό γουόν, ενώ αρχικά γραφόταν με το ίδιο κάντζι (ιδεόγραμμα) με το κινεζικό γιουάν (圓 πινγίν: yuán, Ουέηντ-Τζάιλς: yuen). Στη σύγχρονη ιαπωνική γραφή χρησιμοποιείται ο απλοποιημένος (σιντζιτάι) χαρακτήρας 円, ο οποίος διαφέρει απ' αυτόν που χρησιμοποιείται στη δημοτική γραφή της κινεζικής γλώσσας (元).
Κατά κυριολεξία, η λέξη «en» στα ιαπωνικά σημαίνει «στρογγυλό αντικείμενο», όπως και η λέξη γιουάν στα κινεζικά, εννοώντας τα αρχαία κινεζικά νομίσματα που είχαν στρογγυλό σχήμα και χρησιμοποιούνταν ευρέως και στην Ιαπωνία μέχρι την Περίοδο Τοκουγκάουα.
ΝΤΙΡΑΜ
Το ντιρχάμ ή ντιράμ (αραβικά: درهم) είναι το νόμισμα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Έχει κωδικό ISO 4217 AED. Οι ανεπίσημες συντομογραφίες περιλαμβάνουν τα DH ή Dhs. Το ντιρχάμ υποδιαιρείται σε 100 φιλς (fils) (فلس).
Η λέξη ντιράμ ΄΄εχει σχέση με την ελληνική λέξη δραχμή
ΣΕΚΕΛ
To Νέο ισραηλινό σεκέλ (εβραϊκά: שֶׁקֶל חָדָשׁ sheqel ẖadash, αραβικά: شيكل جديد šēkal jadīd, σύμβολο: ₪, κωδικός: ILS) είναι το νόμισμα του Ισραήλ. Χρησιμοποιείται επίσης και ως Νόμιμο χρήμα στα Παλαιστινιακά Εδάφη της Δυτικής Όχθης και στη Λωρίδα της Γάζας.
ΛΕΚ
Το Λεκ (lek, πληθυντικός lekë) είναι το επίσημο νόμισμα της Αλβανίας, με ετυμολογική προέλευση το ανδρικό όνομα Lekë, το οποίο αποτελεί συντομευμένη μορφή του Leka, αλβανική εκδοχή του ονόματος «Αλέξανδρος». Η ονομασία υιοθετήθηκε το 1926 προς τιμήν του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του οποίου η κεφαλή απεικονιζόταν στα πρώτα νομίσματα.
ΦΙΟΡΙΝΙ
Το φιορίνι (ή φλωρίνι) ετυμολογείται από την ιταλική λέξη fiorino, η οποία αποτελεί υποκοριστικό της λέξης fiore (άνθος/λουλούδι), που προέρχεται από το λατινικό flos. Η ονομασία οφείλεται στο κρίνο (fleur-de-lis) που ήταν χαραγμένο πάνω στο χρυσό νόμισμα, το οποίο κόπηκε για πρώτη φορά στη Φλωρεντία το 1252.
ΛΕΒΑ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ
Η ετυμολογία της λέξης Λέβα (Bulgarian: лев - lev), η οποία αποτελεί το νόμισμα της Βουλγαρίας, έχει τις ρίζες της στην παλαιά βουλγαρική γλώσσα και σημαίνει "λιοντάρι" .
Συγκεκριμένα:
Προέλευση: Η λέξη προέρχεται από την παλαιά βουλγαρική λέξη lǐvǔ (львъ), η οποία με τη σειρά της προέρχεται από το λατινικό leo (λιοντάρι)
ΛΑΡΙ ΓΕΩΡΓΙΑΣ
Το λάρι (lari, στα γεωργιανά: ლარი, είναι το νόμισμα της Γεωργίας και υποδιαιρείται σε 100 τέτρι. Η ονομασία λάρι προέρχεται από αρχαία γεωργιανή λέξη που σημαίνει περιουσία, ενώ τέτρι είναι παλιός νομισματικός όρος που χρονολογείται από τον 13ο αιώνα
ΜΑΝΑΤ ΑΖΕΡΜΠΑΪΤΖΑΝ
Η λέξη μανάτ (manat), η οποία αποτελεί την ονομασία του νομίσματος στο Αζερμπαϊτζάν (AZN) και το Τουρκμενιστάν (TMT), έχει ετυμολογική προέλευση από τη ρωσική γλώσσα.
Ετυμολογία: Προέρχεται από τη ρωσική λέξη "монета" (moneta), η οποία σημαίνει κέρμα. Η ρωσική λέξη προφέρεται "μανιέτα" (moneta), και μέσω της αζερικής γλώσσας (όπου η προφορά συχνά αλλοιώνεται) κατέληξε στη μορφή "μανάτ".
ΤΕΝΓΚΕ ΚΑΖΑΚΣΤΑΝ
Το νόμισμα του Καζακστάν ονομάζεται Τένγκε (Kazakhstani Tenge, κωδικός: KZT) και εισήχθη τον Νοέμβριο του 1993, αντικαθιστώντας το ρωσικό ρούβλι.
Ετυμολογία και Προέλευση:
Σημασία: Η λέξη tenge (теңге) στην καζακική και σε άλλες τουρκικές γλώσσες σημαίνει «ζυγαριά», «ισορροπία» ή «μέτρο».
ΣΟΜ ΟΥΖΜΠΕΚΙΣΤΑΝ
Το επίσημο νόμισμα του Ουζμπεκιστάν είναι το Σομ (Oʻzbekiston soʻmi / Ўзбекистон сўми).
Ετυμολογία και Σημασία
«Καθαρός»: Η λέξη soʻm (ή som) στις τουρκικές γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων των ουζμπεκικών, σημαίνει «καθαρός» (pure).
Ιστορική Αναφορά: Ιστορικά, ο όρος αναφερόταν σε νομίσματα από «καθαρό χρυσό» ή ασήμι. Ο 11ος αιώνας λόγιος Μαχμούτ αλ-Κασγκαρί αναφέρει τον όρο για χρυσά νομίσματα.
ΡΟΥΠΙΑ ΙΝΔΙΑ-ΠΑΚΙΣΤΑΝ
Το νόμισμα του Πακιστάν είναι η Ρουπία Πακιστάν (Pakistani Rupee, κωδικός: PKR, σύμβολο: ₨). Η ετυμολογία της λέξης "ρουπία" έχει ρίζες στην αρχαία Ινδία και σχετίζεται άμεσα με το ασήμι.
Ετυμολογία της Ρουπίας
Σανσκριτική Ρίζα: Η λέξη προέρχεται από τη σανσκριτική λέξη "rūpya" (रौप्य).
Σημασία: Στα Σανσκριτικά, rūpya σημαίνει «κατεργασμένο ασήμι» ή «ασημένιο νόμισμα».
Αρχική έννοια: Η λέξη είναι επίθετο που προέρχεται από το ουσιαστικό rūpa (μορφή, σχήμα, εικόνα) και αρχικά σήμαινε «αυτός που έχει σχήμα/μορφή» (shapely), υποδηλώνοντας το νόμισμα που φέρει σφραγίδα ή εικόνα.
ΡΙΝΓΚΙΤ ΜΑΛΑΙΣΙΑΣ
Το νόμισμα της Μαλαισίας ονομάζεται Ρινγκίτ (Ringgit), με επίσημο κωδικό MYR και σύμβολο RM.
Ετυμολογία:
Η λέξη ringgit προέρχεται από τη μαλαισιανή γλώσσα και σημαίνει «οδοντωτός» ή «με εγκοπές» (jagged/serrated).
.webp)
0 Σχόλια